κίσσαρος
κίσσαρος, hedera
κίσσᾰρος, ὁ, f.l. for κύσσαρος, Hp. ap. Erot.; = hedera, Gloss.
- II = κίσθος, Dsc. 1.97.
κίσσαρος, ου (ὁ) [ᾰ]
1 lierre, Hpc. (Erot. p. 208) ||
2 ciste, arbrisseau, Diosc. 1, 126.
Étym. cf. κισσός et κίστος.
κίσσαρος, ὁ, = κισσός, Hippocr. bei Erotian.