κλεψίνυμφος
κλεψί-νυμφος, ον,
- = κλεψίγαμος, Lyc. 1116.
κλεψί·νυμφος, ος, ον [ῐ] aux amours adultères, Lyc. 1116.
Étym. κλέπτω, νύμφη.
κλεψίνυμφος, heimlich heiratend, ehebrecherisch, Lycophr. 1116.