Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κλίνθη
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κλιμακίας
κλιμακίδιον
κλιμακιδόν
κλιμακίζω
κλιμάκιον
κλιμακίς
κλιμακίσκος
κλιμακισμός
κλιμακόδεσις
κλιμακοειδής
κλιμακόεις
κλιμακοφόρος
κλιμακτήρ
κλιμακτηρίζομαι
κλιμακτηρίζω
κλιμακτηρικός
κλιμακώδης
κλιμακωτός
κλῖμαξ
Κλῖμαξ
κλιματάρχης
κλιματίας
κλιματικός
κλινάριον
κλινάρχης
κλινάς
κλίνειος
κλίνη
κλινήρης
κλινηφόρος
κλίνθη
κλινίδιον
κλινικός
κλινίον
κλινίς
κλινοκαθέδριον
κλινοκοσμέω
κλινόκοσμοι
κλινόκωμος
κλινοπάλη
κλινοπετής
κλινοπηγία
κλινοπήγιον
κλινοπηγός
κλινοπήξ
κλινοπόδιον
κλινοποιική
κλινοποιϊκός
κλινοποιός
κλινόπους
κλινοπώλιον
κλινοστρόφιον
κλινότροχος
κλινουργός
κλινοφόρος
κλινοχαρής
κλιντήρ
κλιντηρίδιον
κλιντήριον
κλιντηρίσκος
κλίνω
…
κλίνθη
Save
Cunliffe Homer
κλίνθη
3 sing. aor. pass. κλίνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}