Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κλιντηρίσκος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κλινηφόρος
κλίνθη
κλινίδιον
κλινικός
κλινίον
κλινίς
κλινοκαθέδριον
κλινοκοσμέω
κλινόκοσμοι
κλινόκωμος
κλινοπάλη
κλινοπετής
κλινοπηγία
κλινοπήγιον
κλινοπηγός
κλινοπήξ
κλινοπόδιον
κλινοποιική
κλινοποιϊκός
κλινοποιός
κλινόπους
κλινοπώλιον
κλινοστρόφιον
κλινότροχος
κλινουργός
κλινοφόρος
κλινοχαρής
κλιντήρ
κλιντηρίδιον
κλιντήριον
κλιντηρίσκος
κλίνω
κλισία
κλισιάδες
κλισιάζω
κλισιάς
κλισίη
κλισίηθεν
κλισίηνδε
κλίσιον
κλισίον
κλίσις
κλισμάκιον
κλισμία
κλισμός
κλίτα
κλιτέον
κλιτήρ
κλιτικός
κλίτος
κλῖτος
κλιτύς
Κλίτων
Κλοέντιος
Κλοίλειος
Κλοιλία
Κλοίλιος
κλοιόπους
κλοιός
κλοιοφόρος
κλοιόω
…
κλιντηρίσκος
Save
LSJ
κλιν-τηρίσκος, ὁ, = foreg.,
Michel
832.48 (Samos, iv B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}