κλιμακίδιον Save LSJ Bailly 2024 κλῑμᾰκ-ίδιον, τό, = κλιμάκιον, cj. in Amips. 12 (pl.). κλιμακίδιον, ου (τὸ) [ῑᾰῐδ] c. κλιμάκιον, Amips. fr. 12.