κλινουργός
κλινουργός, bed maker
κλῑνουργός, ὁ,
- = κλινοποιός, Pl. R. 597a.
κλινουργός, οῦ (ὁ) [ῑ] fabricant de lits, de litières, Plat. Rsp. 597a.
Étym. κλίνη, ἔργον.
κλινουργός, [κλῑ], = κλινοπηγός, Plat. Rep. X.597a.
κλινουργός
κλῑν-ουργός, οῦ,
*ἔργω
= κλινοποιός, Plat.