κλαδαρός
κλαδαρός, quivering, ‘whippy’ in the shaft
κλᾰδᾰρός, ά, όν, (dissim.fr. *κραδαρός, cf. κραδάω, κραδαίνω)
- quivering, ‘whippy’ in the shaft, δοράτια Plb. 6.25.5; κάμακες AP 9.322 (Leon., v.l. κλαμ-); wavy, ζωηφόρος κλαδαρὰ οἷον ἱμάς Cat.Cod.Astr. 7.241.
κλαδαρός, ά, όν [ᾰᾰ]
1 facile à briser, fragile, Pol. 6, 25, 5 ; Anth. 9, 322 ||
2 fig. languissant de plaisir, Clém. Pæd. 3, p. 293.
Étym. pré-grec.
κλαδαρός, (κλάω), zerbrechlich ; δόρατα λεπτὰ καὶ κλαδαρὰ ποιοῦντες Pol. 6.25.5 ; κάμακες Leon.Tar. 47 (IX.322), v.l. cod. Pal. κλαμαραί. – Uebtr., κλαδαραὶ ὄψεις, gebrochene, wollüstige, verliebte Blicke, wie κλαδαρὸν περιβλέπειν, sich mit verliebten Augen umsehen, Clem.Al. paedag. 3 p. 293, 294. Vgl. κλαδαρόμματος.