κνηστιάω
κνησ-τιάω,
- = κνησιάω, Plu. Fr.inc. 149, Gal. 7.197, Phlp. in APr. 277.5: metaph., ἀκοαὶ κνηστιῶσαι Jul. Ep. 111.
κνηστιάω-ῶ, c. κνησιάω, Clém. 298, 677.
κνηστιάω, = κνησιάω, Clem.Al.