κνημώδης
κνημώδης, well-legged
κνημ-ώδης, ες,
- well-legged, gloss on κνήμαργος, Hsch.
κνημώδης, ες, mit starken Waden, Erkl. von κνήμαργος, Hesych.
κνημώδης, well-legged