κοκκόδαφνον
κοκκόδαφνον, laurel berry
κοκκό-δαφνον, τό,
- laurel berry, Paul.Aeg. 3.28.
κοκκό·δαφνον, ου (τὸ) baie du laurier, Orneosoph. i p. 533, 19.
Étym. κόκκος, δάφνη.
κοκκόδαφνον, laurel berry