κολλυβάτεια
κολλῠβάτεια, v. κουλυβάτεια.
κολλυβάτεια ou mieux κουλυβάτεια, ας (ἡ) [ῠᾰτ] autre nom de la plante ἑλξίνη, Nic. Th. 589.
κολλυβάτεια, ἡ, eine Pflanze, auch κουλυβάτεια geschrieben, Nic. Th. 589, 851, v.l. πουλυβάτεια.