κολλίκιος
κολλίκιος, shaped
κολλίκιος [λῑ], α, ον, κόλλιξ-
- shaped, ἄρτοι Ath. 3.112f.
κολλίκιος, α, ον [ῑκ] semblable à du pain d’orge grossier, Ath. 112f.
Étym. κόλλιξ.
κολλίκιος, von der Art od. Gestalt des κόλλιξ, ἄρτοι Ath. III.112f ; auch τὸ κολλίκιον, Sp. – Vgl. κόλλαβος.