κολλοπεύω
κολλοπεύω, to be a κόλλοψ II.2
κολλοπ-εύω,
- to be a κόλλοψ II.2, Pl.Com. 186.5.
κολλοπεύω, être débauché, Plat. com. 2-2, 681, 4, 5 Mein.
Étym. κόλλοψ.
κολλοπεύω, ein κόλλοψ Bdtg 4 sein, Plat. com. bei Stob. Eclog. phys. 2.26.