Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κολλίκιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολίας
κολίδιον
κόλιξ
κολιός
κόλλα
κολλαβίζω
κολλαβισμός
κόλλαβος
κολλάριον
Κολλατία
Κολλατῖνος
κολλάω
κολλεψός
κολλήγας
κολλήγιον
κολλήεις
κόλλημα
κολλήσιμος
κόλλησις
κολλητέον
κολλητήρ
κολλητήριον
κολλητήριος
κολλητής
Κολλητής
κολλητικός
κολλητίωνες
κολλητός
κόλλητρα
κολλίζω
κολλίκιον
κολλίκιος
κολλικοφάγος
Κολλίνα πύλη
κόλλιξ
κολλιστής
κολλοβάλοισι
κολλοβός
κολλομελέω
κολλοπεύω
κολλοπίζω
κολλοποδιώκτης
κολλοπόω
κολλοπώλης
κολλόροβον
κολλορόβον
κολλορόβος
κολλούρα
κολλούριον
κολλουρίς
κόλλουρος
κόλλοψ
κολλυβάτεια
κολλυβίζω
κολλυβιστήριον
κολλυβιστής
κολλυβιστικός
κόλλυβον
κόλλυβος
κολλύρα
κολλυρίζω
…
κολλίκιον
Save
LSJ
κολλίκιον [
λῑ
], τό, Dim. of
κόλλιξ,
Greg.Cor.p.549
S.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}