κολοβοτράχηλος
κολοβοτράχηλος, stump-necked
κολοβοτράχηλος [ᾰ], ον,
- stump-necked, Adam. 2.21.
κολοβο·τράχηλος, ος, ον [ᾰ] au cou enfoncé, court, Adam. Physiogn. 2, 16.
Étym. κολοβός, τράχηλος.
κολοβοτράχηλος, kurzhalsig, Adam. phys. 2.16.