κολοβώδης
κολοβώδης, stunted, stumpy
κολοβ-ώδης, ες,
- stunted, stumpy, δάκτυλοι Polem.Phgn. 51 (v.l.).
κολοβώδης, ης, ες, qui paraît tronqué, écourté, Polém. Physiogn. 1, 22, p. 277.
Étym. κολοβός, -ωδης.
κολοβώδης, ες, = κολοβός ; δάκτυλοι Polemon physiogn. 1.22.