Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κολοβόριν
κολοβόριν, slit-nosed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολλυριοποιέομαι
κολλυριοποιέω
κολλυρίς
κολλυρίτης
κολλυρίτης ἄρτος
κολλυρίων
κολλυρόω
Κολλυτεύς
Κολλυτός
κολλύχνιον
κολλώδης
κολλώροβον
κόλλωτες
κολοβανθής
κολόβαξ
κολοβή
κολοβίζω
κολοβιομαφόριον
κολόβιον
κολοβίων
κολοβοανθέω
κολοβοανθής
κολοβοδιέξοδος
κολοβοκέρατος
κολοβόκερκος
κολοβόκερως
κολοβοκέρως
κολοβομάχη
κολοβομαχία
κολοβόπους
κολοβόριν
κολοβόρινος
κολοβόρριν
κολοβός
κολοβόσταχυς
κολοβότης
κολοβοτράχηλος
κολοβοῦρος
κολοβόχειρ
κολοβόω
κολοβώδης
κολόβωμα
κολοβῶς
κολόβωσις
κολοβωτής
Κολόη
κολοιάρχης
κολοίαρχος
κολοιάω
κολοίδιον
κολοίδορον
κολοιή
κολοιός
κολοιτέα
κολοιτία
κολοίφρυξ
κολοιώδης
κολοκάνος
κολοκασία
κολοκάσιον
κολοκορδόκαλα
…
κολοβόριν
Save
κολοβόριν, slit-nosed
LSJ
κολοβό-ρῑν, ῑνος, ὁ, ἡ,
slit-nosed,
LXX
Le.
21.18:
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}