Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κολωναῖται
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολυμβητήρ
κολυμβητής
κολυμβητική
κολυμβητικός
κολυμβίς
κολυμβιστής
κολυμβιτεύω
κόλυμβος
κολύμφατος
κολυμφάω
κολυρίζοντες
κολυτέα
κόλυτρον
κολύφανον
κολυφρόν
κόλφος
Κολχηΐς
κολχικόν
Κολχικός
Κολχίς
Κόλχοι
κολχομανής
κόλχος
Κόλχος
κολῳάω
κολῳέω
κολῶμαι
κόλων
κολώνα
Κολωναί
κολωναῖται
κολωνεία
κολώνη
Κολωνῆθεν
κολωνία
Κολωνίδες
Κολωνίς
κολωνοειδής
κολωνός
Κολωνός
κολῳός
κολωτέα
Κολώτης
κόλωψ
κόμα
κομαίθα
κόμαιθος
Κομαιθώ
κομάκτωρ
Κόμανα
Κομανία
κομανίαν
Κόμανος
κόμαρι
κομαρίς
Κόμαρκος
κόμαρον
κόμαρος
κομαροφάγος
κομάς
Κομάτας
…
κολωναῖται
Save
Bailly 2024
κολωναῖται,
ῶν
(
οἱ
) portefaix du Kolônos,
Hypér.
(
Harp.
).
Étym.
Κολωνός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}