Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κομάκτωρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κολχικός
Κολχίς
Κόλχοι
κολχομανής
κόλχος
Κόλχος
κολῳάω
κολῳέω
κολῶμαι
κόλων
κολώνα
Κολωναί
κολωναῖται
κολωνεία
κολώνη
Κολωνῆθεν
κολωνία
Κολωνίδες
Κολωνίς
κολωνοειδής
κολωνός
Κολωνός
κολῳός
κολωτέα
Κολώτης
κόλωψ
κόμα
κομαίθα
κόμαιθος
Κομαιθώ
κομάκτωρ
Κόμανα
Κομανία
κομανίαν
Κόμανος
κόμαρι
κομαρίς
Κόμαρκος
κόμαρον
κόμαρος
κομαροφάγος
κομάς
Κομάτας
κοματροφέω
κομάω
κόμβα
Κομβάβος
κομβακεύομαι
Κόμβη
κομβίον
κομβοθηλεία
κομβολύτης
κόμβος
κομβόω
κόμβωμα
κομβώματα
κομέτιον
κομέω
κόμη
κομήεις
κόμης
…
κομάκτωρ
Save
LSJ
κομάκτωρ, ορος, ὁ, dub. sens.,
Rhinth.
9,
Inscr.Magn.
217 (pl., i B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}