κολυμβητήρ
κολυμβ-ητήρ, ῆρος, ὁ, = sq., A. Supp. 408.
κολυμβητήρ, ῆρος (ὁ) plongeur, nageur, Eschl. Suppl. 408.
Étym. κολυμβάω.
κολυμβητήρ, ῆρος, ὁ, = κολυμβητής ; δίκην κολυμβητῆρος ἐς βυθὸν μολεῖν δεδορκὸς ὄμμα Aesch. Suppl. 403.