Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κολυμβιστής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολποειδῶς
κόλπος
κολποφακῆ
κολπόω
κολπώδης
κόλπωμα
κόλπωσις
κολπωτός
κόλσασθαι
κόλυβα
κολύβδαινα
κόλυβος
κολύβριον
κόλυθροι
κόλυθρον
κόλυθρος
κολυθροφιλάρπαξ
κολύκιντος
κολύμβαινα
κολυμβάς
κολύμβατος
κολυμβάω
κολυμβήθρα
κολύμβησις
κολυμβητέον
κολυμβητήρ
κολυμβητής
κολυμβητική
κολυμβητικός
κολυμβίς
κολυμβιστής
κολυμβιτεύω
κόλυμβος
κολύμφατος
κολυμφάω
κολυρίζοντες
κολυτέα
κόλυτρον
κολύφανον
κολυφρόν
κόλφος
Κολχηΐς
κολχικόν
Κολχικός
Κολχίς
Κόλχοι
κολχομανής
κόλχος
Κόλχος
κολῳάω
κολῳέω
κολῶμαι
κόλων
κολώνα
Κολωναί
κολωναῖται
κολωνεία
κολώνη
Κολωνῆθεν
κολωνία
Κολωνίδες
…
κολυμβιστής
Save
LSJ
κολυμβ-ιστής, οῦ, ὁ,
= -ητής, Sch.
Opp.
H.
1.173.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}