κορμολογία
κορμολογία, collecting of κορμοί (cf. κορμός (A) 2)
κορμολογία, ἡ,
- collecting of κορμοί (cf. κορμός (A) 2), Sammelb. 5126.25 (iii A. D.).
κορμολογία, collecting of κορμοί (cf. κορμός (A) 2)