κόροιβος
κόροιβος, fool
κόροιβος, ὁ,
- fool, Hsch.; οὐχ οὕτω κ. ὁ Ἀλέξανδρος Ps.-Gem. in Iriarte Cat.Cod.Matrit. p.391. (Fr. pr. n. Κόροιβος, Euph. 71, etc.)