κοροκότας Save LSJ Bailly 2024 Pape κοροκότας or -κόττας, v. κροκόττας. κοροκότας ou -κόττας, ου (ὁ) c. κροκόττας, DC. 76, 1. κοροκότας, ὁ, = κροκόττας ; v.l. bei Ael. N.A. 7.22 ; bei DC. 76.1 κοροκόττις.