Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κόρμος
κόρμος, [Cret. > κόσμος]
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κοριολανοί
Κοριολανός
κόριον
Κόριος
κόρις
κορίσκη
κορίσκιον
κορίσκομαι
κορίσκος
Κορίσκος
κορίσκω
κόρισμα
κόριψ
κοριώδης
κόρκορος
κορκορυγέω
κορκορυγή
κορκορυγισμός
κορκορυγμός
κορκότιλος
Κορκύνη
Κόρκυρα
Κορκυραῖος
κόρμα
κορμάζω
κορμηδόν
κορμίον
κορμίω
κορμολογία
κορμός
κόρμος
Κορνηλία
Κορνήλιος
Κορνιάδης
Κορνικολανοί
κορνικουλάριος
Κορνιφίκιος
Κορνοπίων
κορνοπίων
κόρνος
Κορνοῦτος
κόρνοψ
κόρνωψ
Κορογκάνιος
κόροη
κόροιβος
Κόροιβος
κοροῖτις
κόροιφος
Κοροκονδάμη
κοροκόσμιον
κοροκότας
κορόνους
Κόροντα
Κοροπαῖος
Κοροπισσός
κοροπλαθικός
κοροπλάθος
κοροπλάστης
κόρος
κορός
…
κόρμος
Save
κόρμος, [Cret. > κόσμος]
LSJ
κόρμος (B), Cret.,
= κόσμος,
GDI
5024, al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}