κόρμα Save LSJ Bailly 2024 Pape κόρμα, ατος, τό, = κοῦρμι, Posidon. 15 J. II v. κορβᾶ. κόρμα (τὸ) indécl. c. κοῦρμι, Ath. 152c. κόρμα, τό, = κοῦρμι, Ath. IV.152c.