Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοσμοφυσάω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοσμοπληθής
κοσμοπλόκος
κοσμοποιέω
κοσμοποίησις
κοσμοποιητής
κοσμοποιήτης
κοσμοποιητικός
κοσμοποιία
κοσμοποιΐα
κοσμοποιός
κοσμόπολις
κοσμοπολίτης
κοσμοπολῖτις
κοσμοπρεπής
κοσμορύστης
κόσμος
κοσμοσάνδαλον
κοσμοσωτήριος
κοσμοτέχνης
κοσμοτεχνῆτις
κοσμοτρόφος
κοσμούμενα
κοσμουργέω
κοσμουργία
κοσμουργός
κοσμοφθόρος
κοσμοφλεγής
κοσμοφορέω
κοσμοφόρος
κοσμόφρων
κοσμοφυσάω
κοσμώ
Κοσμώ
κοσμωτός
κόσος
κόσσαβος
κόσσαι
Κόσσαι
Κοσσαῖος
κοσσίζομαι
Κοσσίνιος
Κοσσινίτης
κόσσος
Κόσσος
κοσσύμβη
Κοσσύρα
κοσσυφίζω
κόσσυφος
Κόσσυφος
κοσταί
κοστάριον
κοστίας
Κοστόβαρος
κόστον
κόστος
Κοστοφάγος
κοσυβάτας
κοσύμβη
κόσυμβος
κοσυμβωτός
κοσώλυφος
…
κοσμοφυσάω
Save
Pape
κοσμοφυσάω
, [ῡ],
sich aufblähen in weltlichem Stolze
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}