κοσμοπολῖτις Save Bailly 2024 Pape κοσμοπολῖτις, ίτιδος (ἡ) [ῑτῐ] fém. du préc. Phil. 1, 657. κοσμοπολῖτις, ιδος, ἡ, fem. zu κοσμοπολίτης, ψυχαί, Philo.