κοσμοποιητής
κοσμοποιητής, creator of the world
κοσμο-ποιητής, οῦ, ὁ,
- creator of the world, Herm. ap. Stob. 1.49.44.
κοσμοποιητής, οῦ (ὁ) créateur du monde, Herm. (Stob. Ecl. 1, 976).
Étym. κοσμοποιέω.