κοσμοτεχνῆτις Save Bailly 2024 Pape κοσμο·τεχνῆτις, ήτιδος [ῐδ] adj. f. c. le préc. Syn. 318a. κοσμοτεχνῆτις, ιδος, ἡ, fem. zu κοσμοτέχνης ; σοφία, Synes. Hymn.