κοσμοποιητικός
κοσμοποιητικός, creative
κοσμο-ποιητικός, ή, όν,
- creative, δύναμις Ph. 1.4.
κοσμοποιητικός, ή, όν, qui concerne la création du monde, Phil. 1, 4.
Étym. κοσμοποιέω.
κοσμοποιητικός, ή, όν, die Weltschöpfung betreffend, Philo.