κουρώδης
κουρώδης, like a boy
κουρώδης, ες,
- like a boy, μολπή Aus. Ep. 8.15.
κουρώδης, ης, ες, de jeune fille, Aus. Ep. 12, 15.
Étym. κούρη, -ωδης.
κουρώδης, μολπή, Gesang der Mädchen, Auson. epist. 12.15.