κουροθάλεια
κουροθάλεια, nursing-mother
κουρο-θάλεια [θᾰ], ἡ,
- nursing-mother, epith. of δάφνη, διὰ τὸ κουροτρόφον τοῦ Ἀπόλλωνος Sch. Od. 19.86.
κουροθάλεια, ἡ, bes. fem. zu κουροθαλής ; δάφνη Schol. Od. 19.86.