κριοκέφαλος
κριοκέφαλος, ram-headed
κρῑο-κέφαλος, ον,
- ram-headed, Hermes Trism. in Rev.Phil. 32.254.
κριοκέφαλος, [ῑ], mit einem Widderkopf, Ἄμμων, Sp.
κριοκέφαλος, ram-headed