Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κρύβακτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κρούπεζα
κρούπεζαι
κρουπέζιον
κρουπεζόομαι
κρουπεζοφόρος
κρούπετα
κρουσιδημέω
κρουσίης
κρουσίθυρος
κρουσιλύρης
κρουσιμετρέω
κρουσιμέτρης
κρουσίμετρος
κροῦσις
Κρουσίς
Κρουσὶς γῆ
κροῦσμα
κρουσματικός
κρουσμός
κρουστέον
κρούστης
κρουστικός
κρουστός
Κρουστουμέριον
κρουτεῖται
κρούω
κρυαίνω
Κρυασσεύς
Κρυασσός
κρυβάζω
κρύβακτος
κρύβδα
κρύβδαν
κρύβδηλος
κρύβδην
κρύβες
κρυβῆ
κρυβή
κρύβηλος
κρυβηλός
κρυβήσια
κρυβήτης
κρύβω
κρυερός
κρύμα
κρυμαίνω
κρυμαλέος
κρυμνός
κρυμοπαγής
κρυμός
κρυμοχαρής
κρυμυεῖ
κρυμώδης
κρυμώσσω
κρυόεις
κρυόομαι
κρύος
κρυπτάδιος
κρυπτάζω
κρύπτασκε
κρυπτεία
…
κρύβακτος
Save
LSJ
κρύβακτος, ὁ, dub. sens. in
Stud.Pal.
20.230.8 (iv A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}