κρυόεις
κρυόεις, chilling
κρῠ-όεις, εσσα, εν,
- chilling, in metaph. sense, φόβου κρυόεντος Il. 9.2; κρυόεσσα Ἰωκή 5.740; ἐν πολέμῳ κρυόεντι Hes. Th. 936; συντυχία Pi. I. 1.37: later in lit. sense, icy-cold, ἅλς, πάγος, A.R. 1.918, AP 6.221 (Leon.); Τάρταρος Orph. Fr. 222; of Saturn, Cat.Cod.Astr. 1.172; cf. ὀκρυόεις.
κρυόεις, όεσσα, όεν :
1 glacial, glacé, A. Rh. 1, 918, etc. ; Anth. 6, 221, etc. ||
2 qui glace d’effroi, Il. 5, 740 ; 9, 2 ; Hés. Th. 936.
Étym. κρύος.
1. ijskoud:
2. overdr. ijselijk, huiveringwekkend:
κρυόεις, εσσα, εν, poet. = κρυερός ; φόβος Il. 9.2 ; ἰωκή 5.740 ; πόλεμος Hes. Th. 936 ; sp.D., πάγος Leon.Alex. 12 (VI.221).
κρυόεις
-εντος.
Fem. -εσσα.
[As κρυερός.]
Fig. as epithet of Ἰωκή Il. 5.740.
Of φόβος Il. 9.2.
κρῠόεις
- 1chilling met. ἦλθε δέ οἱ κρυόεν πυκινῷ μάντευμα θυμῷ P. 4.73 νιν ἐρειδόμενον ναυαγίαις ἐξ ἀμετρήτας ἁλὸς ἐν κρυοέσσᾳ δέξατο συντυχίᾳ I. 1.37
κρυόεις = κρυερός. (Il.)
κρυόεις, εσσα, εν
= κρυερός
- 1chilling, Il., Hes.
- 2icy-cold, Anth.