κρυμνός Save LSJ Pape κρῡμ-νός, κρῡμ-νώδης, dub. forms for κρυμός, κρυμώδης (qq. v.). κρυμνός, = κρυμός, Tryphiod. 189, l.d. , wie sich auch κρυμνώδης für κρυμώδης findet.