κρυπτάδιος
κρυπτάδιος, secret, clandestine
κρυπ-τάδιος [ᾰ], α, ον (and ος, ον A. Ch. 946 (lyr.)),
- secret, clandestine, κρυπταδίῃ φιλότητι Il. 6.161; κρυπταδίου μάχας A. l.c.; κρυπτάδια φρονέοντα Il. 1.542. Regul. Adv. -ίως Man. 2.195, 6.182.
κρυπτάδιος, α, ον [ᾰ] caché, secret, Il. 6, 161 ; Eschl. Ch. 946 ; κρυπτάδια φρονέειν, Il. 1, 542, avoir des pensées secrètes ||
➳ Fém. -ος, Eschl. l. c.
Étym. κρύπτω.
κρυπτάδιος, heimlich, versteckt, verstohlen ; κρυπταδίῃ φιλότητι μιγήμεναι Il. 6.161 ; κρυπτάδια φρονέειν 1.541 ; κρυπταδίου μάχας. Aesch. Ch. 934 ; μηχανᾶσθαι κρυπτάδια Orph. Lith. 44.
κρυπτάδιος
-η, -ον
[κρύπτω.]
- 1
Secret, clandestine : φιλότητι Il. 6.161.
- 2
Absol. in neut. pl. κρυπτάδια
, secret or veiled designs or purposes : κ. φρονέοντα Il. 1.542.
- 1
κρυπτάδιος : secret; κρυπτάδια φρονέοντα δικαζέμεν, ‘harbor secret counsels,’ Il. 1.542.
κρυπτάδιος
κρυπτάδιος (ᾰ), η, ον
κρύπτω
- secret, clandestine, Il., Aesch.: neut. pl. as adv., Il.