About Report a problem

Menu

κυβαλικός

κυβαλικός, rascally

κῠβᾱλικός, ή, όν,
  • rascally, ἀργυρίοισι -οῖσι cj. in Timocr. 1.6; cf. κυβηλικός, κόβαλος.

Saved

Recent