Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυλίς
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυληβίς
κυλίδιον
κυλικεῖον
κυλίκειος
κυλικηγορέω
κυλικηγόρος
κυλικήρυτος
κυλίκιον
κυλικίς
κυλίκνη
κυλικνίς
κυλικοφόρος
κυλικώδης
κυλινδαίνω
κυλινδέω
κυλινδήθρα
κυλίνδησις
κυλινδρικός
κυλινδρικῶς
κυλίνδριον
κυλινδρίσκος
κυλινδροειδής
κύλινδρος
κυλινδρόω
κυλινδρώδης
κυλινδρωτός
κυλίνδω
κυλίνθιον
κύλιξ
κυλιούχιον
κυλίς
κύλισις
κυλίσκη
κυλίσκιον
κύλισμα
κυλισμός
Κυλίσταρος
κυλιστήριον
κυλιστής
κυλιστὴς στέφανος
κυλιστικός
κυλιστός
κυλίστρα
κυλίχνη
κυλίχνιον
κυλιχνίς
κυλίω
κύλλα
κυλλαίνω
κύλλαιος
Κυλλάνα
Κυλλάνιος
κυλλάραβις
Κυλλάραβις
κύλλαρος
Κύλλαρος
κυλλᾶστις
κύλλαστις
κυλλή
κυλλήβδην
Κυλλήνη
…
κυλίς
Save
Pape
κυλίς
, ίδος, ἡ, u. gew. im plur. αἱ κυλίδες,
die untern Augenlider, VLL
Vgl. κύλα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}