κυλίχνιον
κυλίχνιον, small cup or pot
κυλίχνιον, ου (τὸ) [ῠ] dim. du préc. Ar. Eq. 906.
κυλίχνιον, τό, dim. zu κυλίχνη ; ἐγὼ δὲ κυλίχνιόν τέ σοι καὶ φάρμακον δίδωμι Ar. Eq. 906, wo die Schol. zu vgl.
κυλίχνιον, small cup or pot