κυλινδήθρα Save LSJ Pape Middle Liddell κῠλινδ-ήθρα, ἡ, = ἀλινδήθρα (q.v.). κυλινδήθρα, ἡ, wie καλινδήθρα, Wälzplatz für Pferde (?). κυλινδήθρα κῠλινδήθρα, ἡ, = ἀλινδήθρα, q. v.