κυλινδρώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape κῠλινδρ-ώδης, ες, = κυλινδροειδής, Thphr. HP 8.5.3. κυλινδρώδης, ης, ες [ῠ] c. κυλινδροειδής, Th. H.P. 8, 5, 3. Étym. κ. -ωδης. κυλινδρώδης, ες, = κυλινδροειδής, Theophr.