κυλίνδριον
κῠλίνδρ-ιον, τό, Dim. of κύλινδρος, Archim. Aren. 1.14, Ptol. Alm. 5.1, Iamb. Protr. 3, Procl. Hyp. 6.7.
κυλίνδριον, ου (τὸ) [ῠ] dim. de κύλινδρος, Procl. Hyp. p. 170, 171.
κυλίνδριον, τό, dim. zu κύλινδρος, Procl.