κυμάτωσις
κυμάτωσις, flow
κῡμᾰτ-ωσις, εως, ἡ,
- flow of the tide, Str. 1.3.8; κλύδων καὶ κ. Ph. 1.14: metaph., κυματώσεις καὶ στροφαί, of life, Id. Fr. 63 H.
κυμάτωσις, εως (ἡ) [ῡᾰ] soulèvement des flots, Str. 53.
Étym. κυματόω.
κυμάτωσις, [ῡ], ἡ, das Wogen, Fluten ; Strab. I.53 ; Philo öfter.