About Report a problem

Menu

κύμβαχος

κύμβαχος, head-foremost

κύμβᾰχος, ον, (κύμβη B)
  • head-foremost, tumbling, ἔκπεσε δίφρου κύμβαχος ἐν κονίῃσιν Il. 5.586; κ. ἐπʼ ὤμους Hld. 10.30, cf. Lyc. 66, Eust. 584.16.
    • II Subst., ὁ, crown of a helmet, κόρυθος . . ἱπποδασείης κ. ἀκρότατος Il. 15.536.

Saved

Recent