κωμῳδοποιητής
κωμῳδοποιητής, comic poet
κωμῳδο-ποιητής, οῦ, ὁ,
- = κωμῳδοποιός, Ar. Pax 734, Poll. 4.111.
κωμῳδο·ποιητής, οῦ (ὁ) poète comique. Ar. Pax 734.
κωμῳδοποιητής, ὁ, = κωμῳδοποιός, Ar. Pax 733.
κωμῳδοποιητής
κωμῳδο-ποιητής, οῦ,
= κωμῳδοποιός, Ar.