κόρευμα
κόρευμα, maidenhood
κόρ-ευμα, ατος, τό,
- = κορεία (B), maidenhood, E. Alc. 178 (pl.).
κόρευμα, ατος (τὸ) virginité, Eur. Alc. 178, au plur.
Étym. κορεύομαι.
κόρευμα, τό, die Jungfrauschaft, Eur. Alc. 175.
κόρευμα, ατος, τό,
- = κορεία, maidenhood, Eur., in pl. from κορεύομαι