κύδος
κύδος, reproach, abuse
κύδος, ὁ,
- reproach, abuse, Sch. S. Aj. 722, Sch. A.R. 1.1337.
κύδος, ὁ, = λοιδορία παρὰ Συρακοσίοις, s. κῦδος a.E.
κύδος, reproach, abuse