κυπαρίσσιον Save LSJ Bailly 2024 κῠπᾰρίσσ-ιον, Att. κυπαρίττιον, τό, Dim. of κυπάρισσος, Alciphr. Fr. 6.1 (pl.). κυπαρίσσιον, att. -ίττιον, ου (τὸ) [ῠᾰ] dim. de κυπάρισσος, Alciphr. fr. 6, 1.